İçeriğe atla

δέρμα

Vikisözlük sitesinden

Yunanca

[düzenle]

δέρμα (dérma) n (çoğulu δέρματα)

  1. (anatomi) cilt, deri, ten

Çekimleme

[düzenle]

Ek okumalar

[düzenle]
  • Yunanca Vikipedi'de δέρμα
  • δέρμα”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998
  • δέρμα”, Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας [Modern Yunan Dilinin Kullanışlı Sözlüğü], Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, 2014, Atina: Atina Akademisi
  • δέρμα — Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Modern Yunan dilinin sözlüğü, 2. baskı). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (1. baskı: 1998)