γεμάτος
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Söyleniş
[düzenle]Ön ad
[düzenle]γεμάτος (gemátos) (dişil γεμάτη, nötr γεμάτο)
Çekimleme
[düzenle]γεμάτος (gemátos) ön adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | |
| yalın (ονομαστική) | γεμάτος (gemátos) | γεμάτη (gemáti) | γεμάτο (gemáto) | γεμάτοι (gemátoi) | γεμάτες (gemátes) | γεμάτα (gemáta) |
| tamlayan (γενική) | γεμάτου (gemátou) | γεμάτης (gemátis) | γεμάτου (gemátou) | γεμάτων (gemáton) | γεμάτων (gemáton) | γεμάτων (gemáton) |
| belirtme (αιτιατική) | γεμάτο (gemáto) | γεμάτη (gemáti) | γεμάτο (gemáto) | γεμάτους (gemátous) | γεμάτες (gemátes) | γεμάτα (gemáta) |
| seslenme (κλητική) | γεμάτε (gemáte) | γεμάτη (gemáti) | γεμάτο (gemáto) | γεμάτοι (gemátoi) | γεμάτες (gemátes) | γεμάτα (gemáta) |
Karşıt anlamlılar
[düzenle]- άδειος (ádeios)
Ek okumalar
[düzenle]- “γεμάτος”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998