κάκτος
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Ad
[düzenle]κάκτος (káktos) ?
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| yalın (ονομαστική) | (ο) κάκτος ((o) káktos) | (οι) κάκτοι ((oi) káktoi) |
| tamlayan (γενική) | (του) κάκτου ((tou) káktou) | (των) κάκτων ((ton) kákton) |
| belirtme (αιτιατική) | (τον) κάκτο ((ton) kákto) | (τους) κάκτους ((tous) káktous) |
| seslenme (κλητική) | κάκτε (kákte) | κάκτοι (káktoi) |
Söyleniş
[düzenle]eril