ηλιοβασίλεμα
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Köken
[düzenle]Söyleniş
[düzenle]Ad
[düzenle]ηλιοβασίλεμα (iliovasílema) n (çoğulu ηλιοβασιλέματα)
Çekimleme
[düzenle]ηλιοβασίλεμα (iliovasílema) adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| yalın (ονομαστική) | ηλιοβασίλεμα (iliovasílema) | ηλιοβασιλέματα (iliovasilémata) |
| tamlayan (γενική) | ηλιοβασιλέματος (iliovasilématos) | ηλιοβασιλεμάτων (iliovasilemáton) |
| belirtme (αιτιατική) | ηλιοβασίλεμα (iliovasílema) | ηλιοβασιλέματα (iliovasilémata) |
| seslenme (κλητική) | ηλιοβασίλεμα (iliovasílema) | ηλιοβασιλέματα (iliovasilémata) |
Eş anlamlılar
[düzenle]Ek okumalar
[düzenle]- “ηλιοβασίλεμα”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998