επιστημονικός
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Ön ad
[düzenle]επιστημονικός (epistimonikós) (dişil επιστημονική, nötr επιστημονικό)
Çekimleme
[düzenle]επιστημονικός (epistimonikós) ön adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | |
| yalın (ονομαστική) | επιστημονικός (epistimonikós) | επιστημονική (epistimonikí) | επιστημονικό (epistimonikó) | επιστημονικοί (epistimonikoí) | επιστημονικές (epistimonikés) | επιστημονικά (epistimoniká) |
| tamlayan (γενική) | επιστημονικού (epistimonikoú) | επιστημονικής (epistimonikís) | επιστημονικού (epistimonikoú) | επιστημονικών (epistimonikón) | επιστημονικών (epistimonikón) | επιστημονικών (epistimonikón) |
| belirtme (αιτιατική) | επιστημονικό (epistimonikó) | επιστημονική (epistimonikí) | επιστημονικό (epistimonikó) | επιστημονικούς (epistimonikoús) | επιστημονικές (epistimonikés) | επιστημονικά (epistimoniká) |
| seslenme (κλητική) | επιστημονικέ (epistimoniké) | επιστημονική (epistimonikí) | επιστημονικό (epistimonikó) | επιστημονικοί (epistimonikoí) | επιστημονικές (epistimonikés) | επιστημονικά (epistimoniká) |
Ek okumalar
[düzenle]- “επιστημονικός”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998