έξυπνος

Vikisözlük sitesinden
Şuraya atla: kullan, ara

Yunanca[düzenle]

Ön ad[düzenle]

Hâl Tekil
Cinsiyet Eril (Αρσενικό) Dişil (Θηλυκό) Nötr (Ουδέτερος)
Yalın έξυπνος έξυπνη έξυπνο
Tamlayan έξυπνου έξυπνης έξυπνου
Belirtme έξυπνο έξυπνη έξυπνο
Seslenme έξυπνε έξυπνη έξυπνο
Hâl Çoğul
Yalın έξυπνοι έξυπνες έξυπνα
Tamlayan έξυπνων έξυπνων έξυπνων
Belirtme έξυπνους έξυπνες έξυπνα
Seslenme έξυπνοι έξυπνες έξυπνα

Söyleniş

IPA: ˈɛksipnɔs
[1] becerikli, yetenekli, zeki

Ayrıca bakınız