τακτοποίηση
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Ad
[düzenle]τακτοποίηση (taktopoíisi) d (çoğulu τακτοποιήσεις)
Çekimleme
[düzenle]τακτοποίηση (taktopoíisi) adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | ||
|---|---|---|---|
| yalın (ονομαστική) | τακτοποίηση (taktopoíisi) | τακτοποιήσεις (taktopoiíseis) | |
| tamlayan (γενική) | τακτοποίησης (taktopoíisis) | τακτοποιήσεων (taktopoiíseon) | |
| belirtme (αιτιατική) | τακτοποίηση (taktopoíisi) | τακτοποιήσεις (taktopoiíseis) | |
| seslenme (κλητική) | τακτοποίηση (taktopoíisi) | τακτοποιήσεις (taktopoiíseis) | |
| Eski veya resmî tamlayan tekil: τακτοποιήσεως (taktopoiíseos) | |||