στρατιώτης
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Ad
[düzenle]στρατιώτης (stratiótis) e (çoğulu στρατιώτες, dişili στρατιωτίνα)
- (askeriye) asker
Çekimleme
[düzenle]στρατιώτης (stratiótis) adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| yalın (ονομαστική) | στρατιώτης (stratiótis) | στρατιώτες (stratiótes) |
| tamlayan (γενική) | στρατιώτη (stratióti) | στρατιωτών (stratiotón) |
| belirtme (αιτιατική) | στρατιώτη (stratióti) | στρατιώτες (stratiótes) |
| seslenme (κλητική) | στρατιώτη (stratióti) | στρατιώτες (stratiótes) |
Ek okumalar
[düzenle]- Yunanca Vikipedi'de στρατιώτης
- “στρατιώτης”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998