στολίζω
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Köken
[düzenle]Koini Grekçesi στολίζω (stolízō) sözcüğünden devralındı.[1]
Söyleniş
[düzenle]Eylem
[düzenle]στολίζω (stolízo) (geçmiş zaman στόλισα, edilgen στολίζομαι, edilgen geçmiş zaman στολίστηκα, edilgen geçmiş zaman ortacı στολισμένος)
- (geçişli) süslemek
- Αυτό το αστέρι ήθελα δώρο να σου φέρω
Αυτή τη νύχτα να στολίσεις τα μαλλιά σου— yorumcu: Νίκος Οικονομόπουλος, “Αυτό Το Αστέρι”
Çekimleme
[düzenle]στολίζω eyleminin çekimi
| Etken (Ενεργητική φωνή) | Edilgen (Παθητική φωνή) | |||
| Bildirme kipi (Οριστική) | Tamamlanmamış bakış açısı (Εξακολουθητικοί χρόνοι) | Tamamlanmış bakış açısı (Συνοπτικοί χρόνοι) | Tamamlanmamış bakış açısı (Εξακολουθητικοί χρόνοι) | Tamamlanmış bakış açısı (Συνοπτικοί χρόνοι) |
| Şimdiki zaman (Ενεστώτας) | Bağımlı (Εξαρτημένη) | Şimdiki zaman (Ενεστώτας) | Bağımlı (Εξαρτημένη) | |
| εγώ (ben) | στολίζω (stolízo) | στολίσω (stolíso) | στολίζομαι (stolízomai) | στολιστώ (stolistó) |
| εσύ (sen) | στολίζεις (stolízeis) | στολίσεις (stolíseis) | στολίζεσαι (stolízesai) | στολιστείς (stolisteís) |
| αυτ(ός/ή/ό) (o) | στολίζει (stolízei) | στολίσει (stolísei) | στολίζεται (stolízetai) | στολιστεί (stolisteí) |
| εμείς (biz) | στολίζουμε (stolízoume) | στολίσουμε (stolísoume) | στολιζόμαστε (stolizómaste) | στολιστούμε (stolistoúme) |
| εσείς (siz) | στολίζετε (stolízete) | στολίσετε (stolísete) | στολίζεστε (stolízeste) | στολιστείτε (stolisteíte) |
| αυτ(οί/ές/ά) (onlar) | στολίζουν (stolízoun) | στολίσουν (stolísoun) | στολίζονται (stolízontai) | στολιστούν (stolistoún) |
| Kusurlu (Παρατατικός) | Basit geçmiş (Αόριστος) | Kusurlu (Παρατατικός) | Basit geçmiş (Αόριστος) | |
| εγώ (ben) | στόλιζα (stóliza) | στόλισα (stólisa) | στολιζόμουν (stolizómoun) | στολίστηκα (stolístika) |
| εσύ (sen) | στόλιζες (stólizes) | στόλισες (stólises) | στολιζόσουν (stolizósoun) | στολίστηκες (stolístikes) |
| αυτ(ός/ή/ό) (o) | στόλιζε (stólize) | στόλισε (stólise) | στολιζόταν (stolizótan) | στολίστηκε (stolístike) |
| εμείς (biz) | στολίζαμε (stolízame) | στολίσαμε (stolísame) | στολιζόμασταν (stolizómastan) | στολιστήκαμε (stolistíkame) |
| εσείς (siz) | στολίζατε (stolízate) | στολίσατε (stolísate) | στολιζόσασταν (stolizósastan) | στολιστήκατε (stolistíkate) |
| αυτ(οί/ές/ά) (onlar) | στόλιζαν (stólizan) | στόλισαν (stólisan) | στολίζονταν (stolízontan) | στολίστηκαν (stolístikan) |
| Emir kipi (Προστακτική) | Tamamlanmamış bakış açısı (Εξακολουθητικοί χρόνοι) | Tamamlanmış bakış açısı (Συνοπτικοί χρόνοι) | Tamamlanmamış bakış açısı (Εξακολουθητικοί χρόνοι) | Tamamlanmış bakış açısı (Συνοπτικοί χρόνοι) |
| εσύ (sen) | στόλιζε (stólize) | στόλισε (stólise) | — (—) | στολίσου (stolísou) |
| εσείς (siz) | στολίζετε (stolízete) | στολίστε (stolíste) | στολίζεστε (stolízeste) | στολιστείτε (stolisteíte) |
Karşıt anlamlılar
[düzenle]- ξεστολίζω (xestolízo)
İlgili sözcükler
[düzenle]- bakınız: στολή (stolí)
Ayrıca bakınız
[düzenle]- ντύνω (dýno)