ονειρεύομαι
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Eylem
[düzenle]ονειρεύομαι (oneirévomai) edilgen yapılı etken (geçmiş zaman ονειρεύτηκα, edilgen geçmiş zaman ortacı ονειρεμένος)
Ek okumalar
[düzenle]- “ονειρεύομαι”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998
- “ονειρεύομαι”, Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας [Modern Yunan Dilinin Kullanışlı Sözlüğü], Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, 2014, Atina: Atina Akademisi