μπιμπερό (bimperó) n (çekimlenemez)
- biberon
- “μπιμπερό”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998
- “μπιμπερό”, Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας [Modern Yunan Dilinin Kullanışlı Sözlüğü], Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, 2014, Atina: Atina Akademisi