κτισμένος
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Ön ad
[düzenle]κτισμένος (ktisménos) (dişil κτισμένη, nötr κτισμένο)
- κτίζω (ktízo) sözcüğünün edilgen geçmiş zaman ortaç çekimi
Çekimleme
[düzenle]κτισμένος (ktisménos) ön adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | |
| yalın (ονομαστική) | κτισμένος (ktisménos) | κτισμένη (ktisméni) | κτισμένο (ktisméno) | κτισμένοι (ktisménoi) | κτισμένες (ktisménes) | κτισμένα (ktisména) |
| tamlayan (γενική) | κτισμένου (ktisménou) | κτισμένης (ktisménis) | κτισμένου (ktisménou) | κτισμένων (ktisménon) | κτισμένων (ktisménon) | κτισμένων (ktisménon) |
| belirtme (αιτιατική) | κτισμένο (ktisméno) | κτισμένη (ktisméni) | κτισμένο (ktisméno) | κτισμένους (ktisménous) | κτισμένες (ktisménes) | κτισμένα (ktisména) |
| seslenme (κλητική) | κτισμένε (ktisméne) | κτισμένη (ktisméni) | κτισμένο (ktisméno) | κτισμένοι (ktisménoi) | κτισμένες (ktisménes) | κτισμένα (ktisména) |
Kaynakça
[düzenle]- κτισμένος, Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003).