κοκτέιλ (koktéil) n (çekimlenemez)
- (içecekler) kokteyl
- Yunanca Vikipedi'de κοκτέιλ
- “κοκτέιλ”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998
- “κοκτέιλ”, Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας [Modern Yunan Dilinin Kullanışlı Sözlüğü], Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, 2014, Atina: Atina Akademisi