İçeriğe atla

κοινός

Vikisözlük sitesinden

Yunanca

[düzenle]

Ön ad

[düzenle]

κοινός (koinós) (dişil κοινή, nötr κοινό)

  1. ortak
    • όταν για μένα θα μιλάς τις αποστάσεις να κρατάς
      μαζί σου τίποτα κοινό στο λέω πια δεν έχω
      όταν για μένα θα ρωτάς στα χαμηλά που με ζητάς
      εγώ ψηλά θα είμαι μόνος μου και μόνος θα αντέχω
      — yorumcu: Νίκος Μακρόπουλος, “Όταν Για Μένα Θα Μιλάς”
  2. genel
  3. sıradan

Çekimleme

[düzenle]

Ek okumalar

[düzenle]
  • κοινός”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998
  • κοινός”, Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας [Modern Yunan Dilinin Kullanışlı Sözlüğü], Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, 2014, Atina: Atina Akademisi