κοινός
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Ön ad
[düzenle]κοινός (koinós) (dişil κοινή, nötr κοινό)
- ortak
- όταν για μένα θα μιλάς τις αποστάσεις να κρατάς
μαζί σου τίποτα κοινό στο λέω πια δεν έχω
όταν για μένα θα ρωτάς στα χαμηλά που με ζητάς
εγώ ψηλά θα είμαι μόνος μου και μόνος θα αντέχω— yorumcu: Νίκος Μακρόπουλος, “Όταν Για Μένα Θα Μιλάς”
- genel
- sıradan
Çekimleme
[düzenle]κοινός (koinós) ön adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | |
| yalın (ονομαστική) | κοινός (koinós) | κοινή (koiní) | κοινό (koinó) | κοινοί (koinoí) | κοινές (koinés) | κοινά (koiná) |
| tamlayan (γενική) | κοινού (koinoú) | κοινής (koinís) | κοινού (koinoú) | κοινών (koinón) | κοινών (koinón) | κοινών (koinón) |
| belirtme (αιτιατική) | κοινό (koinó) | κοινή (koiní) | κοινό (koinó) | κοινούς (koinoús) | κοινές (koinés) | κοινά (koiná) |
| seslenme (κλητική) | κοινέ (koiné) | κοινή (koiní) | κοινό (koinó) | κοινοί (koinoí) | κοινές (koinés) | κοινά (koiná) |