İçeriğe atla

κλουβί

Vikisözlük sitesinden

Yunanca

[düzenle]

κλουβί (klouví) n (çoğulu κλουβιά)

  1. kafes

Çekimleme

[düzenle]

Ek okumalar

[düzenle]
  • κλουβί”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998
  • κλουβί”, Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας [Modern Yunan Dilinin Kullanışlı Sözlüğü], Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, 2014, Atina: Atina Akademisi
  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010), Ετυμολογικό λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας [Modern Yunan Dilinin Etimolojik Sözlüğü], Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας, sayfa 687
  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002), “κλουβί”, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας [Modern Yunan dilinin sözlüğü], Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας, 2. baskı, sayfa 907 (1. baskı: 1998)