ηλεκτρισμός
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Söyleniş
[düzenle]Ad
[düzenle]ηλεκτρισμός (ilektrismós) e (çoğulu ηλεκτρισμοί)
Çekimleme
[düzenle]ηλεκτρισμός (ilektrismós) adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| yalın (ονομαστική) | ηλεκτρισμός (ilektrismós) | ηλεκτρισμοί (ilektrismoí) |
| tamlayan (γενική) | ηλεκτρισμού (ilektrismoú) | ηλεκτρισμών (ilektrismón) |
| belirtme (αιτιατική) | ηλεκτρισμό (ilektrismó) | ηλεκτρισμούς (ilektrismoús) |
| seslenme (κλητική) | ηλεκτρισμέ (ilektrismé) | ηλεκτρισμοί (ilektrismoí) |
Ek okumalar
[düzenle]- Yunanca Vikipedi'de ηλεκτρισμός
- “ηλεκτρισμός”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998
- “ηλεκτρισμός”, Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας [Modern Yunan Dilinin Kullanışlı Sözlüğü], Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, 2014, Atina: Atina Akademisi