εσωτερικός
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Ön ad
[düzenle]εσωτερικός (esoterikós) (dişil εσωτερική, nötr εσωτερικό)
Çekimleme
[düzenle]εσωτερικός (esoterikós) ön adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | |
| yalın (ονομαστική) | εσωτερικός (esoterikós) | εσωτερική (esoterikí) | εσωτερικό (esoterikó) | εσωτερικοί (esoterikoí) | εσωτερικές (esoterikés) | εσωτερικά (esoteriká) |
| tamlayan (γενική) | εσωτερικού (esoterikoú) | εσωτερικής (esoterikís) | εσωτερικού (esoterikoú) | εσωτερικών (esoterikón) | εσωτερικών (esoterikón) | εσωτερικών (esoterikón) |
| belirtme (αιτιατική) | εσωτερικό (esoterikó) | εσωτερική (esoterikí) | εσωτερικό (esoterikó) | εσωτερικούς (esoterikoús) | εσωτερικές (esoterikés) | εσωτερικά (esoteriká) |
| seslenme (κλητική) | εσωτερικέ (esoteriké) | εσωτερική (esoterikí) | εσωτερικό (esoterikó) | εσωτερικοί (esoterikoí) | εσωτερικές (esoterikés) | εσωτερικά (esoteriká) |
Karşıt anlamlılar
[düzenle]- εξωτερικός (exoterikós)
Ek okumalar
[düzenle]- “εσωτερικός”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998