İçeriğe atla

επισκέπτομαι

Vikisözlük sitesinden
Ayrıca bakınız: ἐπισκέπτομαι

Yunanca

[düzenle]

Söyleniş

[düzenle]
  • IPA(anahtar): /e.piˈsce.pto.me/
  • Heceleme: ε‧πι‧σκέ‧πτο‧μαι

Eylem

[düzenle]

επισκέπτομαι (episképtomai) edilgen yapılı etken (geçmiş zaman επισκέφτηκα/επισκέφθηκα)

  1. ziyaret etmek

Ek okumalar

[düzenle]
  • επισκέπτομαι”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998
  • επισκέπτομαι”, Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας [Modern Yunan Dilinin Kullanışlı Sözlüğü], Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, 2014, Atina: Atina Akademisi