επισκέπτομαι
Görünüm
| Ayrıca bakınız: ἐπισκέπτομαι |
Yunanca
[düzenle]Söyleniş
[düzenle]Eylem
[düzenle]επισκέπτομαι (episképtomai) edilgen yapılı etken (geçmiş zaman επισκέφτηκα/επισκέφθηκα)
Ek okumalar
[düzenle]- “επισκέπτομαι”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998
- “επισκέπτομαι”, Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας [Modern Yunan Dilinin Kullanışlı Sözlüğü], Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, 2014, Atina: Atina Akademisi