δικαιολογημένος
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Ön ad
[düzenle]δικαιολογημένος (dikaiologiménos) (dişil δικαιολογημένη, nötr δικαιολογημένο)
- δικαιολογώ (dikaiologó) sözcüğünün edilgen geçmiş zaman ortaç çekimi
Çekimleme
[düzenle]δικαιολογημένος (dikaiologiménos) ön adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | |
| yalın (ονομαστική) | δικαιολογημένος (dikaiologiménos) | δικαιολογημένη (dikaiologiméni) | δικαιολογημένο (dikaiologiméno) | δικαιολογημένοι (dikaiologiménoi) | δικαιολογημένες (dikaiologiménes) | δικαιολογημένα (dikaiologiména) |
| tamlayan (γενική) | δικαιολογημένου (dikaiologiménou) | δικαιολογημένης (dikaiologiménis) | δικαιολογημένου (dikaiologiménou) | δικαιολογημένων (dikaiologiménon) | δικαιολογημένων (dikaiologiménon) | δικαιολογημένων (dikaiologiménon) |
| belirtme (αιτιατική) | δικαιολογημένο (dikaiologiméno) | δικαιολογημένη (dikaiologiméni) | δικαιολογημένο (dikaiologiméno) | δικαιολογημένους (dikaiologiménous) | δικαιολογημένες (dikaiologiménes) | δικαιολογημένα (dikaiologiména) |
| seslenme (κλητική) | δικαιολογημένε (dikaiologiméne) | δικαιολογημένη (dikaiologiméni) | δικαιολογημένο (dikaiologiméno) | δικαιολογημένοι (dikaiologiménoi) | δικαιολογημένες (dikaiologiménes) | δικαιολογημένα (dikaiologiména) |
Kaynakça
[düzenle]- “δικαιολογημένος”, Αναστασιάδη (Anastasiádi) - Συμεωνίδη, Άννα (Symeonídi, Ánna) (2003)