διαθέσιμος
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Söyleniş
[düzenle]Ön ad
[düzenle]διαθέσιμος (diathésimos) (dişil διαθέσιμη, nötr διαθέσιμο)
Çekimleme
[düzenle]διαθέσιμος (diathésimos) ön adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | |
| yalın (ονομαστική) | διαθέσιμος (diathésimos) | διαθέσιμη (diathésimi) | διαθέσιμο (diathésimo) | διαθέσιμοι (diathésimoi) | διαθέσιμες (diathésimes) | διαθέσιμα (diathésima) |
| tamlayan (γενική) | διαθέσιμου (diathésimou) | διαθέσιμης (diathésimis) | διαθέσιμου (diathésimou) | διαθέσιμων (diathésimon) | διαθέσιμων (diathésimon) | διαθέσιμων (diathésimon) |
| belirtme (αιτιατική) | διαθέσιμο (diathésimo) | διαθέσιμη (diathésimi) | διαθέσιμο (diathésimo) | διαθέσιμους (diathésimous) | διαθέσιμες (diathésimes) | διαθέσιμα (diathésima) |
| seslenme (κλητική) | διαθέσιμε (diathésime) | διαθέσιμη (diathésimi) | διαθέσιμο (diathésimo) | διαθέσιμοι (diathésimoi) | διαθέσιμες (diathésimes) | διαθέσιμα (diathésima) |
Ek okumalar
[düzenle]- “διαθέσιμος”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998