δάσκαλος
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Ad
[düzenle]δάσκαλος (dáskalos) e (çoğulu δάσκαλοι, dişili δασκάλα)
Çekimleme
[düzenle]δάσκαλος (dáskalos) adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | ||
|---|---|---|---|
| yalın (ονομαστική) | δάσκαλος (dáskalos) | δάσκαλοι (dáskaloi) | |
| tamlayan (γενική) | δασκάλου (daskálou) | δασκάλων (daskálon) | |
| belirtme (αιτιατική) | δάσκαλο (dáskalo) | δασκάλους (daskálous) | |
| seslenme (κλητική) | δάσκαλε (dáskale) | δάσκαλοι (dáskaloi) | |
| Nadir kullanılan alternatifler: δάσκαλου, δάσκαλους, δασκάλοι, δάσκαλων | |||
Ek okumalar
[düzenle]- “δάσκαλος”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998