βολικός
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Ön ad
[düzenle]βολικός (volikós) (dişil βολική veya βολικιά, nötr βολικό)
Çekimleme
[düzenle]βολικός (volikós) ön adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | |
| yalın (ονομαστική) | βολικός (volikós) | βολική βολικιά (volikí volikiá) |
βολικό (volikó) | βολικοί (volikoí) | βολικές (volikés) | βολικά (voliká) |
| tamlayan (γενική) | βολικού (volikoú) | βολικής βολικιάς (volikís volikiás) |
βολικού (volikoú) | βολικών (volikón) | βολικών (volikón) | βολικών (volikón) |
| belirtme (αιτιατική) | βολικό (volikó) | βολική βολικιά (volikí volikiá) |
βολικό (volikó) | βολικούς (volikoús) | βολικές (volikés) | βολικά (voliká) |
| seslenme (κλητική) | βολικέ (voliké) | βολική βολικιά (volikí volikiá) |
βολικό (volikó) | βολικοί (volikoí) | βολικές (volikés) | βολικά (voliká) |