βγάζω
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Söyleniş
[düzenle]Eylem
[düzenle]βγάζω (vgázo) (geçmiş zaman έβγαλα, edilgen geçmiş zaman ortacı βγαλμένος)
- çıkarmak
- Πες μου πού θα με πας, θα με πας ως τα αστέρια;
Ή μήπως χαθείς και πονέσω πολύ
Πες μου θα μ' αγαπάς ή θα βγάλεις μαχαίρια;
Για εμένα θα ζεις ή θα φύγεις κι εσύ;— yorumcu: Νίκος Οικονομόπουλος, 2011, “Πού Θα Με Πας”
Ek okumalar
[düzenle]- “βγάζω”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998