αχαρτογράφητος
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Ön ad
[düzenle]αχαρτογράφητος (achartográfitos) (dişil αχαρτογράφητη, nötr αχαρτογράφητο)
Çekimleme
[düzenle]αχαρτογράφητος (achartográfitos) ön adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | |
| yalın (ονομαστική) | αχαρτογράφητος (achartográfitos) | αχαρτογράφητη (achartográfiti) | αχαρτογράφητο (achartográfito) | αχαρτογράφητοι (achartográfitoi) | αχαρτογράφητες (achartográfites) | αχαρτογράφητα (achartográfita) |
| tamlayan (γενική) | αχαρτογράφητου (achartográfitou) | αχαρτογράφητης (achartográfitis) | αχαρτογράφητου (achartográfitou) | αχαρτογράφητων (achartográfiton) | αχαρτογράφητων (achartográfiton) | αχαρτογράφητων (achartográfiton) |
| belirtme (αιτιατική) | αχαρτογράφητο (achartográfito) | αχαρτογράφητη (achartográfiti) | αχαρτογράφητο (achartográfito) | αχαρτογράφητους (achartográfitous) | αχαρτογράφητες (achartográfites) | αχαρτογράφητα (achartográfita) |
| seslenme (κλητική) | αχαρτογράφητε (achartográfite) | αχαρτογράφητη (achartográfiti) | αχαρτογράφητο (achartográfito) | αχαρτογράφητοι (achartográfitoi) | αχαρτογράφητες (achartográfites) | αχαρτογράφητα (achartográfita) |