αρχιτέκτονας
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Köken
[düzenle]Eski Yunanca ἀρχιτέκτων (arkhitéktōn) sözcüğünden.
Söyleniş
[düzenle]Ad
[düzenle]αρχιτέκτονας (architéktonas) e, d (çoğulu αρχιτέκτονες, dişili αρχιτεκτόνισσα)
Çekimleme
[düzenle]αρχιτέκτονας (architéktonas) adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| yalın (ονομαστική) | αρχιτέκτονας (architéktonas) | αρχιτέκτονες (architéktones) |
| tamlayan (γενική) | αρχιτέκτονα (architéktona) | αρχιτεκτόνων (architektónon) |
| belirtme (αιτιατική) | αρχιτέκτονα (architéktona) | αρχιτέκτονες (architéktones) |
| seslenme (κλητική) | αρχιτέκτονα (architéktona) | αρχιτέκτονες (architéktones) |
Ek okumalar
[düzenle]- “αρχιτέκτονας”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998
- “αρχιτέκτονας”, Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας [Modern Yunan Dilinin Kullanışlı Sözlüğü], Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, 2014, Atina: Atina Akademisi