απολογούμαι
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Eylem
[düzenle]απολογούμαι (apologoúmai) edilgen yapılı etken (geçmiş zaman απολογήθηκα)
- savunma yapmak, kendini savunmak
- (Kıbrıs) (deyimsel) özür dilemek, af dilemek
Ek okumalar
[düzenle]- “απολογούμαι”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998
- “απολογούμαι”, Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας [Modern Yunan Dilinin Kullanışlı Sözlüğü], Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, 2014, Atina: Atina Akademisi
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002), “απολογούμαι”, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας [Modern Yunan dilinin sözlüğü], Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας, 2. baskı (1. baskı: 1998)