αλλαγμένος
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Ortaç
[düzenle]αλλαγμένος (allagménos) (dişil αλλαγμένη, nötr αλλαγμένο)
- αλλάζω (allázo) sözcüğünün edilgen geçmiş zaman ortaç çekimi
Çekimleme
[düzenle]αλλαγμένος (allagménos) ön adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | |
| yalın (ονομαστική) | αλλαγμένος (allagménos) | αλλαγμένη (allagméni) | αλλαγμένο (allagméno) | αλλαγμένοι (allagménoi) | αλλαγμένες (allagménes) | αλλαγμένα (allagména) |
| tamlayan (γενική) | αλλαγμένου (allagménou) | αλλαγμένης (allagménis) | αλλαγμένου (allagménou) | αλλαγμένων (allagménon) | αλλαγμένων (allagménon) | αλλαγμένων (allagménon) |
| belirtme (αιτιατική) | αλλαγμένο (allagméno) | αλλαγμένη (allagméni) | αλλαγμένο (allagméno) | αλλαγμένους (allagménous) | αλλαγμένες (allagménes) | αλλαγμένα (allagména) |
| seslenme (κλητική) | αλλαγμένε (allagméne) | αλλαγμένη (allagméni) | αλλαγμένο (allagméno) | αλλαγμένοι (allagménoi) | αλλαγμένες (allagménes) | αλλαγμένα (allagména) |
Kaynakça
[düzenle]- αλλαγμένος, Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003).