αβάφτιστος
Görünüm
Yunanca
[düzenle]Ön ad
[düzenle]αβάφτιστος (aváftistos) (dişil αβάφτιστη, nötr αβάφτιστο)
- αβάπτιστος (aváptistos) kavramının farklı yazılışı
Çekimleme
[düzenle]αβάφτιστος (aváftistos) ön adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | |
| yalın (ονομαστική) | αβάφτιστος (aváftistos) | αβάφτιστη (aváftisti) | αβάφτιστο (aváftisto) | αβάφτιστοι (aváftistoi) | αβάφτιστες (aváftistes) | αβάφτιστα (aváftista) |
| tamlayan (γενική) | αβάφτιστου (aváftistou) | αβάφτιστης (aváftistis) | αβάφτιστου (aváftistou) | αβάφτιστων (aváftiston) | αβάφτιστων (aváftiston) | αβάφτιστων (aváftiston) |
| belirtme (αιτιατική) | αβάφτιστο (aváftisto) | αβάφτιστη (aváftisti) | αβάφτιστο (aváftisto) | αβάφτιστους (aváftistous) | αβάφτιστες (aváftistes) | αβάφτιστα (aváftista) |
| seslenme (κλητική) | αβάφτιστε (aváftiste) | αβάφτιστη (aváftisti) | αβάφτιστο (aváftisto) | αβάφτιστοι (aváftistoi) | αβάφτιστες (aváftistes) | αβάφτιστα (aváftista) |
Ek okumalar
[düzenle]- “αβάφτιστος”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998